αγκύλωση

[ангилоси] ουσ. Θ.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγκύλωση" в других словарях:

  • αγκύλωση — Κύρτωση, καμπύλωση. Στην ιατρική α. λέγεται η σχεδόν πλήρης ή και πλήρης κατάργηση της κινητικότητας μιας άρθρωσης. Μπορεί να προκληθεί είτε από τραύμα είτε από φλεγμονή της άρθρωσης, οξεία (οστεομυελίτιδα, γονοκοκκική ερυθρίτιδα) ή χρονία… …   Dictionary of Greek

  • αγκύλωση — η στράβωμα κάποιας άρθρωσης που χάνει έτσι την κινητικότητά της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αρθρίτιδα — Φλεγμονή, οξεία ή χρόνια, ολόκληρης της άρθρωσης ή τμημάτων της, που μερικές φορές συνοδεύεται από ενδοαρθρικό εξίδρωμα ορώδες ή ακόμα και πυώδες· ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να την προκαλέσουν βακτηρίδια, ιοί, αλλεργίες, διαταραχές του… …   Dictionary of Greek

  • ψευδαγκύλωση — η, Ν αγκύλωση ελαφράς μορφής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο) * + αγκύλωση] …   Dictionary of Greek

  • αγκυλοβλέφαρος — ἀγκυλοβλέφαρος, ον (Α) αυτός που πάσχει από αγκύλωση, σύμφυση τών βλεφάρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγκύλος + βλέφαρον] …   Dictionary of Greek

  • αγκυλοποδιά — η [ἀγκυλόπους] αγκύλωση στα πόδια …   Dictionary of Greek

  • αγκύλη — Δήμος της Αιγηίδας φυλής στην αρχαία Αθήνα. Με το ίδιο όνομα υπήρχε και προάστιο της πόλης. * * * η (Α ἀγκύλη) [ἀγκύλος] νεοελλ. συνήθως στον πληθ. οι αγκύλες 1. τα τυπογραφικά σημεία [], μέσα στα οποία τίθεται παρενθετικά τμήμα τού λόγου 2.… …   Dictionary of Greek

  • βλεννόρροια — Αφροδίσιο νόσημα, η εμφάνιση του οποίου οφείλεται στον γονόκοκκο του Νάισερ και η μετάδοσή του γίνεται με τη συνουσία. Πρόκειται για ένα είδος φλεγμονής της ουρήθρας, που προκαλείται μετά από επώαση του μικροβίου, η οποία διαρκεί 2 5 μέρες, και… …   Dictionary of Greek

  • δεσμός — ο (AM δεσμός) 1. το μέσο (σκοινί, ταινία, λουρί) με το οποίο δένεται κάτι 2. σύνδεσμος, σχέση αμοιβαιότητας («έχουν ερωτικό δεσμό», «κατὰ φιλίας δεσμόν», «δεσμοὶ γὰρ οὗτοι πάσης πολιτείας») 3. ο κόμπος 4. φρ. «ο Γόρδιος δεσμός» κόμπος τόσο… …   Dictionary of Greek

  • δεσμώ — (I) (AM δεσμῶ, έω) [δεσμός] φρ. «τὸ δεσμεῑν τε καὶ λύειν» το δικαίωμα τών αποστόλων και τών διαδόχων τους να χορηγούν άφεση αμαρτιών νεοελλ. φρ. «αυτός έχει το δεσμείν και λύειν» εισακούεται ανεπιφύλακτα από κάποιον ανώτερο του αρχ. μσν. δένω… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.